Όταν το It του Stephen King μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2017, άλλαξε για πάντα τον σύγχρονο τρόμο. Η πρώτη ταινία δεν ήταν απλώς επιτυχημένη· ήταν φαινόμενο. Με budget περίπου 35 εκατομμύρια δολάρια, κατάφερε να ξεπεράσει τα 700 εκατομμύρια παγκοσμίως, γράφοντας ιστορία ως η πιο εμπορική horror ταινία όλων των εποχών.
Η δεύτερη ταινία μπορεί να μην έπιασε τα ίδια ύψη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θεωρήθηκε αποτυχία. Και κάπου εκεί, έξι χρόνια μετά, έρχεται το It: Welcome to Derry για να επεκτείνει αυτό το σύμπαν στη μικρή οθόνη. Μια σειρά που, θεωρητικά, είχε όλα τα εργαλεία για να φέρει κάτι φρέσκο. Στην πράξη όμως, αυτό που παίρνουμε είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Και όχι με την καλή έννοια.

Το Welcome to Derry μοιάζει λιγότερο με συνέχεια ή επέκταση του It και περισσότερο με ένα περίεργο spin-off του Stranger Things, απλώς με κακό έναν κλόουν. Και το πρόβλημα δεν είναι ότι θυμίζει Stranger Things, το πρόβλημα είναι ότι δεν το φτάνει ποτέ. Ούτε σε ατμόσφαιρα, ούτε σε χαρακτήρες, ούτε σε συναίσθημα.
Ας ξεκινήσουμε από το βασικό: μιλάμε για σειρά τρόμου. Περιμένεις, λοιπόν, τουλάχιστον να σε τρομάξει. Κι όμως, ο τρόμος είναι ίσως το πιο αδύναμο κομμάτι της σειράς. Υπάρχουν στιγμές που ξεχνάς εντελώς ότι βλέπεις It. Και όταν η σειρά θυμάται πως πρέπει να σε φοβίσει, το κάνει σχεδόν… αγχωμένα. Πετάει σκηνές τρόμου χωρίς βάρος, χωρίς χτίσιμο, χωρίς λόγο ύπαρξης μέσα στην ιστορία.
Αντί για τρόμο, πολλές φορές βλέπουμε μια σειρά μυστηρίου με έντονα κοινωνικά σχόλια (κυρίως γύρω από τον ρατσισμό), που δεν είναι κακά από μόνα τους, αλλά πνίγουν το βασικό concept. Μέχρι τα μισά της σεζόν, ο Pennywise μοιάζει σχεδόν… guest star στη δική του σειρά.

Το δέσιμο με τους χαρακτήρες είναι άλλο ένα μεγάλο αγκάθι. Η σειρά προσπαθεί να σου χτίσει μια παρέα παιδιών, αλλά αποτυγχάνει σχεδόν σε όλα τα επίπεδα. Οι χαρακτήρες συναντιούνται, τσακώνονται, δένονται και χωρίζουν χωρίς να υπάρχει ουσιαστική ανάπτυξη. Πώς να νοιαστείς για ανθρώπους που ούτε οι ίδιοι δεν φαίνεται να γνωρίζουν γιατί είναι μαζί;
Υπάρχει μια μικρή βελτίωση γύρω στο 6ο επεισόδιο, όπου η σειρά προσπαθεί επιτέλους να δώσει βάρος στις σχέσεις, ώστε όσα ακολουθούν να έχουν συναισθηματικό αντίκτυπο. Αλλά και πάλι, η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Και μετά έρχεται το casting. Οι παιδικοί ρόλοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι απλώς μέτριοι. Κάποιοι δεν πείθουν υποκριτικά, άλλοι —με τα κουρέματα και τα κοστούμια— δεν μοιάζουν καν με παιδιά. Οπότε πώς να δεθείς μαζί τους; Πώς να πονέσεις όταν κάτι κακό τους συμβαίνει; Πώς να χαρείς όταν κάτι πάει καλά; Το Stranger Things έκανε αυτό το κομμάτι σχεδόν τέλεια και, αφού πήρατε ήδη πολλά από εκεί, δεν θα πείραζε να παίρνατε και κάτι ακόμα.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η σειρά δανείζεται ιδέες και από αλλού και ειδικά στο φινάλε, οι επιρροές από Lord of the Rings είναι τόσο εμφανείς που δύσκολα τις αγνοείς. Οκ, δεν είναι απαραίτητα κακό να επηρεάζεσαι από την καλύτερη τριλογία όλων των εποχών, αλλά τουλάχιστον μην το κάνεις τόσο εμφανές.
Για να είμαστε δίκαιοι, το Welcome to Derry δεν είναι εντελώς άδειο. Έχει κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες, κάποιες ωραίες πινελιές ατμόσφαιρας και στιγμές που λες «εδώ κάτι πάει να γίνει». Αλλά ποτέ δεν πάει μέχρι τέλους.
Το τελικό συμπέρασμα; Δεν είναι η σειρά που θα προτείνεις σε κάποιον αν σου ζητήσει μια καλή horror σειρά. Δεν είναι η σειρά που θα αλλάξει το HBO Max ή το τηλεοπτικό horror. Και σίγουρα δεν είναι το Stranger Things. Είναι απλώς μια ακόμα μέτρια σειρά, που δύσκολα θα θυμόμαστε σε λίγα χρόνια και ακόμα δυσκολότερα θα επιστρέψουμε για να τη ξαναδούμε.